Ιστορικό
Οι πρώτοι Έλληνες εργάτες έφτασαν στην Στουτγάρδη το 1941/1942. Οι περισσότεροι ήρθαν με συμβόλαια ως „Fremdarbeiter“, αφού είχαν περάσει τις ιατρικές εξετάσεις που διεξήγαγαν τα γερμανικά κλιμάκια. Ορισμένα ονόματα από εκείνη την εποχή: Χατζηανδρέου, Γιώργος και Παναγιώτης Παπαηλιού, Γιάννης Κοφτερός, Σταύρος Καραγκούνης, Τάκης Βελισσάριος, Σταμάτης Νισύριος, Χριστόφορος Μπαγιάτης, Ζαφείρης και Χριστόφορος Χριστοφορίδης, Γιώργος Φλιώνης, Ξενοφών-Δάγκας, Χριστόφορος Λουκίδης και Γιώργος Αναιρούσης που ζει ακόμη στη Στουτγάρδη. Σύμφωνα με τον κ. Αναιρούση στην πόλη Ballingen υπήρχαν και 40 Έλληνες „Zwangsarbeiter“.
Mετά το τέλος του πολέμου οι περισσότεροι απ΄ αυτούς έμειναν εδώ. Οι Αμερικάνοι έβλεπαν τους Έλληνες σαν συμμάχους και τους έδιναν κατά προτίμηση δουλειά στις αμερικάνικες στρατιωτικές μονάδες. Ακόμη και όταν η ελληνική πρεσβεία ζήτησε επίσημα από τους Αμερικάνους νικητές να μεσολαβήσουν και να αναγκάσουν τους Έλληνες να επιστρέψουν στη Ελλάδα, αυτοί, λόγω του εμφυλίου πολέμου που είχε ξεσπάσει στην πατρίδα, κατάφεραν να μείνουν.
Δεν υπάρχουν γνωστά στοιχεία που να περιγράφουν την ζωή και τη δράση αυτών των ανθρώπων μέχρι και το 1953. Οι πληροφορίες που έχουμε προέρχονται από ένα μόνο άτομο. Για αυτήν την περίοδο πρέπει να βρεθούν περισσότεροι μάρτυρες. Η γνωστή ελληνική ταβέρνα „Piräus“ ήταν το ελληνικό κέντρο της Στουτγάρδης. Εκεί συγκεντρωνόντουσαν οι Έλληνες και εκεί θα γεννήθηκε και η ιδέα ίδρυσης ενός ελληνικού συλλόγου. Πότε, τι και πως εξελίχθηκαν τα πράγματα δεν είναι ακόμη γνωστό. Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η εορταστική εκδήλωση για την 25η Μαρτίου που διοργάνωσε η νεοιδρυθείσα Ελληνική Κοινότητα το 1954. Αυτό σημαίνει, πως, αν όχι νωρίτερα, το αργότερο το 1953 θα πρέπει να ιδρύθηκε η Ελληνική Κοινότητα, ίσως με κάποια διαφορετική ονομασία και ίσως χωρίς την νομική αναγνώρισή της (e.V.).
Το 1955 ζούσαν στην Στουτγάρδη 285 Έλληνες. Οι 151 πήραν μέρος στην ιδρυτική συνέλευση, όπου και ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Ελλήνων Στουτγάρδης και Βάδης-Βυρτεμβέργης. Ο Σύνδεσμος αυτός μετονομάστηκε το 1957 σε Ελληνική Κοινότητα Στουτγάρδης και Βάδης-Βυρτεμβέργης. Γι΄ αυτό και το έτος αυτό φέρετε σαν έτος ίδρυσης της Κοινότητας. Από το πρωτοδικείο αναγνωρίστηκε στις 22. Μαρτίου του 1958 και πρώτος πρόεδρος ήταν ο πριν λίγα χρόνια αποθανόν Γεώργιος Παπαηλίου, „Fremdarbeiter“ από 1941. Με το Βασιλικό Διάταγμα 173 που δημοσιεύτηκε στις 22. Οκτωβρίου 1958 στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, η Ελληνική Κοινότητα Στουτγάρδης αναγνωρίστηκε σαν «Ελληνική Κοινότητα χωρίς γεωγραφικά (κοινοτικά) σύνορα». Μόνο τρεις Ελληνικές Κοινότητες έχουν πάρει αυτήν την αναγνώριση. Τορόντο, Μελβούρνη και Στουτγάρδη.
Το στέκι της Κοινότητας παρέμεινε η ταβέρνα „Piräus“ και οι βασικές δραστηριότητές της ήταν οι αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Τα περισσότερα μέλη τότε ήταν έμποροι. Με τον ερχομό νέων μεταναστών ο αριθμός των Ελλήνων αυξάνονταν συνεχώς. Και δεν έρχονταν μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες. Τους πρώτους γάμους τους έκανε ένας Ρουμάνος ορθόδοξος παπάς. Το εστιατόριο „Piräus“ δεν μπορούσε πια να παραμείνει στέκι των Ελλήνων. Έτσι με μια κοινή προσπάθεια όπου συμμετείχε το ελληνικό προξενείο, η εκκλησία, τα συνδικάτα και ο Δήμος της Στουτγάρδης βρέθηκαν καινούρια γραφεία στην Rosenstrasse 26.
Οι μεγαλύτερης ηλικίας συμπατριώτες θυμούνται ακόμη το „Bohnenviertel“. Αυτήν την ελληνική γειτονιά της Στουτγάρδης. Εκεί βρισκόταν από το 1960 το κτίριο της Ελληνικής Κοινότητας.
Με τον μαζικό ερχομό των πρώτων ελλήνων μεταναστών, αρχές της δεκαετίας του 1960, άλλαξε η σύνθεση των Ελλήνων της Στουτγάρδης. Στις εκλογές του 1963 τρεις συμπατριώτες οι κ.κ. Ηλίας Καψημάλης, Λεωνίδας Κοντοζής, και Γρηγόρης Σπορίδης εκλέχθηκαν στο ΔΣ. Οι συμπατριώτες αυτοί μαζί με άλλους Έλληνες από την περιοχή Στουτγάρδης ίδρυσαν την «Ενιαία Δημοκρατική Παράταξη» που αργότερα μετονομάστηκε Δημοκρατική Ενότητα. Τα μέλη του Δ.Σ., σύμφωνα με το τότε καταστατικό της Κοινότητας, έβγαιναν από μια λίστα. Οι 9 πρώτοι σε σταυρούς αποτελούσαν το Δ.Σ. και μαζί με τους επόμενους 16, σχημάτιζαν το 25μελές κοινοτικό συμβούλιο. Μόνιμη θέση στο Δ.Σ. είχαν ο εκπρόσωπος του ελληνικού προξενείου, της ελληνικής εκκλησίας και του φοιτητικού συλλόγου. Το Δ.Σ. που βγήκε από τις εκλογές του 1963 είχε τρία μέλη εργάτες. Τα τρία αυτά μέλη προσπάθησαν να φέρουν δημοκρατικές διαδικασίες στην λειτουργία της κοινότητας, πρότειναν δωρεάν εξυπηρέτηση και έβαζαν συνεχώς εμπόδια στα σχέδια της „εμπορικής“ πλειοψηφίας του Δ.Σ. Αυτό φυσικά δεν άρεσε στους εμπόρους και έτσι τους κάρφωσαν στην αστυνομία σαν αριστερούς. Με μεσολάβηση του πρωτοδικείου οι κ. κ. Χρηστοφορίδης, Κηρίτσης και Φλαμουράκης, ανέλαβαν την διεξαγωγή των εκλογών το 1964, όπου πρόεδρος εκλέγει ο Φλαμουράκης.
Για μια ολόκληρη εικοσαετία, μέχρι το 1982, το έργο της Κοινότητας έφερε την σφραγίδα της «Δημοκρατικής Ενότητας ή της ελληνικής αριστεράς», Στην περίοδο αυτή ιδρύθηκε και η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων (ΟΕΚ) στη πόλη Fellbach το 1966. Πέρα από τις συνηθισμένες δραστηριότητες της Κοινότητας, υλοποιήθηκαν τρεις βασικοί στόχοι: (1) με τον αντιδικτατορικό αγώνα κρατήθηκε στο επίκεντρο της επικαιρότητας το ελληνικό τότε πρόβλημα (1967-1974), (2) με την επιστημονική επεξεργασία και με την πρόταση για γερμανικό σχολείο και ένταξη των ελληνικών μαθημάτων στο γερμανικό σχολικό πρόγραμμα βοήθησε τους Έλληνες γονείς να δώσουν σωστή εκπαίδευση στα παιδιά τους.(1974-1977) και (3) με την αλλαγή του καταστατικού της Κοινότητας (Κοινότητα μόνο Στουτγάρδης και απλή αναλογική ) μπήκαν και άλλες παρατάξεις στην Κοινότητα και ολοκληρώθηκε έτσι ο σημερινός θεσμός (1977-1982).
Στην περίοδο της στρατιωτικής χούντας η Κοινότητα διώχτηκε από τα γραφεία της Rosenstrasse 26. Η ευαγγελική πρόνοια που ήταν υπεύθυνη για το Ελληνικό Σπίτι στη Rosenstrasse 26 δεν άντεξε στις πιέσεις του ελληνικού προξενείου. Νέα γραφεία νοίκιασε η Ελληνική Κοινότητα στην Möhringenstrasse. Με το πέσιμο της χούντας και ύστερα από μαραθώνιες και σκληρές διαπραγματεύσεις με το Diakonisches Werk καταφέραμε τελικά να επιστρέψουμε στα παλιά γραφεία. Το 1981 όμως κατεδαφίστηκε το κτίριο στην Rosenstrasse 26 και οι ιδιοκτήτες του νέου κτιρίου, για οικονομικούς, όπως είπαν, λόγους δεν δέχτηκαν να μας παραχωρήσουν χώρους για την στέγαση της Κοινότητας και τελικά μας έστειλαν στο Löwentor. Μακριά από το κέντρο της πόλης και από την γειτονιά μας. Και από τότε η Ελληνική Κοινότητα δεν έχει δικούς της χώρους. Οι επόμενες μετακομίσεις: Landhausstrasse, Hegelstrasse, Reinsburgerstrasse, Dürkheimerstrasse, Krefelderstrassee
Από το 1982 μέχρι το 2002, αν αγνοήσουμε δυο μικρές διακοπές, είχαμε την εικοσαετία της ΠΑΣΚΕΜ. Με στόχους όπως (1) ελληνικά σχολεία, (2) παλιννόστηση, (3) αναγνώριση των Κοινοτήτων, (4) συμμετοχή στις ελληνικές βουλευτικές εκλογές από τον τόπο διαμονής, κ.ά.,, κατάφερε η ΠΑΣΚΕΜ όχι μόνο να κερδίσει τις εκλογές, αλλά και να ανεβάσει την μαζικοποίηση σε ποσοστά άνω των 50%.
Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Το μέλλον των ελληνικών κοινοτήτων, με την έννοια που δώσαμε παραπάνω, εξαρτάται κατά πρώτο και κύριο λόγο από την ύπαρξη ή μη πολιτικών κοινοτικών παρατάξεων. Και επειδή τις παρατάξεις τις στηρίζουν πολιτικά κόμματα και ένα μεγάλο μέρος των μελών μιας κοινοτικής παράταξης, στην πιο ακραία περίπτωση όλα, είναι και μέλη του κόμματος, μπαίνει κατ΄ ευθείαν το ερώτημα ύπαρξης ή μη των ελληνικών κομματικών οργανώσεων στην Γερμανία. Αν αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν τότε σίγουρα θα υπάρχουν και ελληνικές πολιτικές κοινότητες. Ποιος τελικά ωφελείται από την ύπαρξη ελληνικών κομματικών οργανώσεων στην Γερμανία; Τι όφελος έχει ένα ελληνικό κόμμα ή τι όφελος έχουμε εμείς με το να είμαστε μέλη ελληνικών κομμάτων ή ακόμα και τι όφελος έχει η Ελλάδα και γενικότερα ο Ελληνισμός από την δράση των ελληνικών κομμάτων εκτός του ελλαδικού χώρου; Βρισκόμαστε στα πρόθυρα ή μάλλον στο δρόμο που μας οδηγεί στην ενωμένη Ευρώπη. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα ύπαρξης ή μη ελληνικών κομματικών οργανώσεων στον χώρο μας, πρέπει να γίνει επιστημονική μελέτη. Πάντως ανεξάρτητα από το αν είναι σωστό η όχι να υπάρχουν αυτές οι ελληνικές κομματικές οργανώσεις στην Γερμανία, για να μπορέσουν να επιζήσουν θα πρέπει να προσαρμοσθούν στην εδώ πραγματικότητα. Να ασχοληθούν δηλαδή περισσότερο με την κοινωνία που ζούμε και λιγότερο με την κοινωνία που ονειρευόμαστε.
Σήμερα στην Στουτγάρδη ζούν πάνω απο 17 χιλιάδες έλληνες, οι περισσότεροι έλληνες δεύτερης και τρίτης γενιάς. Παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες στο πέρασμα των δεκαετιών η ελληνική Κοινότηα παραμένει το σημείο αναφοράς της ελληνικής παροικίας στην πόλη μας.
